Το όνειρο της Αντωνίας

Η Αντωνία Τζουλιάνι έμεινε λιπόθυμη για πολλή ώρα. Ο Γιατρός δεν υπήρχε σε εκείνο το μέρος για να τη βοηθήσει. Όμως, με τις συνεχείς φροντίδες των οικείων της, η γυναίκα συνήλθε.

-Μα τι έπαθες, Αντωνία; Όνειρο είδες και τρόμαξες, καλή μου;

-Όνειρο; Λέτε να ήταν όνειρο; ρώτησε η λεχώνα, που προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι αυτό που την τάραξε δεν ήταν άλλο παρά ένα διαβατάρικο όνειρο, ένας φευγαλέος εφιάλτης καλύτερα…

-Ναι, όνειρο είδες. Ησύχασε. Μην τρομάζεις έτσι…

Τη βοήθησαν να ηρεμήσει, να ξαναβρεί τις ανάσες της και όταν πλέον πείστηκε ότι ο πανικός που την είχε κυριεύσει, είχε πια εξατμιστεί, την άφησαν να διηγηθεί.

Καταμεσής των βράχων

Ανακάθισε στο κρεβάτι της κι αφού συγκέντρωσε τις αναμνήσεις της, αφηγήθηκε με όλες τις λεπτομέρειες το δραματικό εκείνο όνειρο, με το οποίο ασχολήθηκε κατόπιν με κάθε σοβαρότητα η επιστημονική κοινότητα της χώρας.

-Μια γυναίκα, μια λευκοφορεμένη γυναίκα νόμισα πως με ξύπνησε εκεί που κοιμόμουν: “Ξύπνα, Αντωνία, ξύπνα!” Άνοιξα, λοιπόν, τα μάτια μου κι αντίκρισα μπροστά μου μια γυναίκα με ένα απλό κι όμορφο λευκό φόρεμα, αλλά με πρόσωπο λυπημένο.

-Ποια είσαι; τη ρώτησα.

-Όλος ο κόσμος με γνωρίζει. Είμαι η Παρηγοριά των ανθρώπων. Μου ζητούν να τους βοηθήσω στις δυστυχίες τουςμου αποκρίθηκε.

-Και τι θέλεις από μένα;

Τότε, η λευκοντυμένη κυρά ήρθε και στάθηκε στο πλάι μου, στα δεξιά μου. Έπειτα έτεινε το χέρι της και μου έδειξε κατά την ανατολή.

-Κοίταξε εκείμου ψιθύρισε με τρόπο που μαρτύρησε τη στεναχώρια της.

Η Αντων άρχισε να τρέμει και τα μάτια της να υγραίνονται.

-Κοίταξα προς το μέρος που μου υπέδειξε η λευκοφόρος και είδα έναν τόπο έρημο κι άγριο. Μέσα από βράχους απόκρημνους και κοφτερούς περνούσε ένα μονοπάτι, που φιδογύριζε από μακριά. Κάτω από τους βράχους κρυβόταν μια ρεματιά και λίγο παραπέρα, ένας λάκκος βαθύς. Ήταν νύχτα και τα άστρα στραφτάλιζαν στον ουρανό.

Ο τόπος φαινόταν ερημωμένος. Μα, όταν πρόσεξα καλύτερα, διέκρινα πίσω από τους βράχους δυο άντρες που κρύβονταν ύποπτα στα σκοτάδια. Ο ένας τους ήταν νεαρός και ο άλλος ήταν έως σαράντα ετών. Μαυρισμένος από τον ήλιο, αδύνατος, αξύριστος. Και οι δυο τους φορούσαν σκουρόχρωμες κάπες. Θεέ μου, βαστούσαν στα χέρια τους μαχαίρια…

-Κι έπειτα, Αντωνία; Τι έγινε;

-Η λιγοστή λάμψη του φεγγαριού φώτισε μια άλλη σκιά που πλησίαζε. Ήταν ο άντρας μου, ο Γαϊτάνος…

-Και ο Γαϊτάνος ​​τι έκανε; Τους είδε;

-Περπατούσε ανυποψίαστος, χωρίς να γνωρίζει ότι λίγα βήματα μακρύτερα του είχαν στήσει καρτέρι εκείνοι οι δύο κακούργοι με τα μαχαίρια. Κι όταν πια τους πλησίασε αρκετά, πετάχτηκαν μπροστά του. Κάτι του γύρεψαν να τους δώσει. Εκείνος αρνήθηκε. Τότε, ο νεαρός σήκωσε τη λάμα και την κάρφωσε στον λαιμό του άντρα μου. Το αίμα πετάχτηκε σαν βρύση κι ο Γαϊτάνος ​​σωριάστηκε καταγής, μουγκρίζοντας και στριφογυρίζοντας μέσα στο ίδιο του το αίμα.

-Και οι κακούργοι τι απέγιναν;

-Τους είδα να ψάχνουν τις τσέπες του, να παίρνουν αυτό που ήθελαν και ύστερα έφυγαν, όχι από τη στράτα, αλλά αναρριχήθηκαν από τους βράχους.

Όταν ολοκλήρωσε την αφήγησή της, κοίταξε κατάματα τους ακροατές της, γυρεύοντας να τους βρει στο βλέμμα τη διαβεβαίωση πως επρόκειτο για όνειρο, για εφιάλτη και όχι για πραγματικό γεγονός.

-Εσείς τι λέτε; Όνειρο ήταν;

-Ναι, βέβαια, όνειρο ήταντης απάντησαν με τόσο έκδηλη αμφιβολία, που αδυνατούσαν να την κρύψουν…

Σε αναζήτηση του Τζουλιάνι – 14 ώρες αγωνίας

Δεν είχαν ακόμη λαλήσει τα πετεινάρια σηματοδοτώντας την καινούρια ημέρα και η Αντωνία Τζουλιάνι, πελιδνή, κάτωχρη κι αμήλητη, τραμπάλιζε το κορμί της αργά, όπως παρηγορεί μια μάνα το βρέφος της από πόνο.

Η αδερφή της και η μικρή της θυγατέρα πάσχιζαν μάταια να την ηρεμήσουν. Μερικοί από τους εργάτες προσπαθούσαν να τη διαβεβαιώσουν πως ο Γαϊτάνος ​​θα είχε σίγουρα επιστρέψει μέχρι να χαράξει ο ήλιος.

Αλλά ο ήλιος χάραξε, βγήκε άλκιμος και ρωμαλέος, μεγαλοπρεπής κι αδιάφορος για τα δεινά των θνητών, χωρίς ο Τζουλιάνι ακόμα να φανεί. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά, το μεσημέρι κύλησε αργά κι έφτασε η δροσιά που σέρνει μαζί του το σούρουπο.

Με το σύθαμπο, λοιπόν, η Αντωνία σαν να ξύπνησε από μετεγχειρητική νάρκωση. Μάζεψε τα κομμάτια της κι ανασκουμπώθηκε. Έσυρε το σώμα της έως το παράθυρο και αποτεινόμενη προς τους εργάτες που είχαν συγκεντρωθεί κάτω από το σπίτι της, με μαλλιά ξέπλεκα και θωριά τσακισμένη, έσκουξε γοερά:

-Τι κάθεστε; Σκότωσαν τον άντρα μου! Δε με λυπάται κανείς; Πηγαίνετε, τρέξτε, λυπηθείτε με!

Οι εργάτες συνομίλησαν μεταξύ τους κι αποφάσισαν να στείλουν έναν απεσταλμένο για να μάθουν τι συνέβη στον Γαϊτάνο. Οι περισσότεροι από αυτούς, άλλωστε, είχαν ήδη πειθεί πως το όνειρο της γυναίκας του ήταν προφητικό και ανησυχούσαν πραγματικά για την τύχη του.

Ενώ ο εργάτης βάδιζε προς το χωριό, συνάντησε μια ομάδα χωρικών και μερικούς χωροφύλακες, που μετέφεραν τον νεκρό Γαϊτάνο Τζουλιάνι. Είχε όντως χάσει τη ζωή του από μαχαιριά στον λαιμό και το σημείο που εντοπίστηκε το πτώμα του ήταν ακριβώς όπως είχε περιγράψει στο ενύπνιο της η Αντωνία.

Κατάθεση της Αντωνίας Τζουλιάνι

Η Ανακριτική Αρχή, από την εξόχως μεταφυσική κατάθεση της συζύγου του δολοφονημένου, η οποία περιέγραψε με πιστή ακρίβεια έως και τα χαρακτηριστικά των δολοφόνων, όπως τα είχε δει στο όνειρό της, κατόρθωσε να εμφανίσει και να συλλάβει τους δράστες του φρικτού αυτού εγκλήματος.

Αναμφιβόλως, επρόκειτο για ένα φαινόμενο καθαρής κι αδιαμφισβήτητης τηλεπάθειας και αυτό ένεκεν, η Ανακριτική Αρχή ανέθεσε την περίεργη υπόθεση στον διακεκριμένο ιατρό Αντωνίου, ο οποίος την εξέτασε από επιστημονική άποψη, προκειμένου να μελετηθεί το φαινόμενο της τηλεπάθειας.

Συνεχίζεται…

Η είδηση ​​δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ», στις 22/09/1903…

Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "ΧΡΟΝΟΣ"στις 22/09/1903
Το άρθρο, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ», στις 22/09/1903


0
0
ψήφοι

Αξιολόγηση άρθρου



Source link

By koutsobolis

koutsobolis.com

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *